Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

JUDO

Τζούντο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Παιδιά σε προπόνηση τζούντο

Αγώνας Τζούντο
Το Judo (Ιαπ:柔道) είναι άθλημα αλλά και πολεμική τέχνη, του οποίου ιδρυτής θεωρείται ο Τζιγκόρο Κάνο, που γεννήθηκε το 1860. Στα νεανικά του χρόνια μελέτησε ζίου ζίτσου, με κυριότερες σχολές τις, Τέντζιν-Σίνγιο Ρύου και Κίτο Ρύου και με τα πιο χρήσιμα στοιχεία έφτιαξε ένα δικό του σύστημα που ονομάσθηκε τζούντο.
Στο τζούντο οι αθλητές χρησιμοποιούν χέρια και πόδια. Έχει διαδοθεί σε όλο τον κόσμο και έχει γίνει ολυμπιακό αγώνισμα. Το τζούντο μοιάζει πολύ λίγο με τα καράτε και τάε κβο ντο, διότι έχουν διαφορές στην τεχνική τους. Το τζούντο είναι παλιά ιαπωνική πολεμική τέχνη, και μία μορφή σύγχρονης πάλης. Στην Ελλάδα ήλθε μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από έναν Καθηγητή αγγλικής, τον Βάος. Ήταν γιος του Πρόξενου της Αγγλίας στην Ινδία, όπου εκεί το διδάχθηκε όχι με τη σημερινή του μορφή αλλά ως αυτοάμυνα ζίου-ζίτσου.
Γλωσσικά ο όρος τζούντο είναι η ένωση δύο λέξεων, τζου, που σημαίνει ευγενής-δεξιοτέχνης και ντο, που σημαίνει οδός. Στην Ευρώπηερμηνευόταν ως ευγενής τέχνη, τώρα όμως ερμηνεύεται ως ο δρόμος της δεξιοτεχνίας.

Η Ιστορία του ΤζούνΤο τζούντο γεννήθηκε στην Ιαπωνία. «Πατέρας» του αθλήματος θεωρείται ο Τζιγκόρο Κάνο (28 Οκτωβρίου 1860, Μικάγκε-Χιόγκο) πτυχιούχος πολιτικών και οικονομικών επιστημών αλλά και άριστος γνώστης της παιδαγωγικής της φυσικής αγωγής και των πολεμικών τεχνών, οι οποίες στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μια συλλογή διαφόρων τεχνικών χωρίς αληθινό νόημα. Το Tζούντο, λοιπόν, ήλθε να καλύψει αυτό το κενό.

Λέγεται ότι ο Κάνο κατέληξε στο Τζούντο αναζητώντας τρόπους και νέες τεχνικές με τις οποίες θα αντιμετώπιζε τους μεγαλύτερους μαθητές του ζίου ζίτσου. Η αλήθεια είναι ότι υιοθέτησε πολλές από τις τεχνικές του Ζίου Ζίτσου και ταυτόχρονα εφάρμοσε καινούργιες. Οριοθετώντας, όμως, ως βασικό στόχο του αθλήματος, εκτός από τη διάπλαση του ανθρώπινου σώματος και τη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα μέσω της πνευματικής και ηθικής πειθαρχίας, μετέτρεπε το Τζούντο από μια νέα πολεμική τέχνη, σε πραγματικό τρόπο ζωής. Το 1882 ο Τζιγκόρο Κάνο ίδρυσε το Kadokan Judo που σιγά-σιγά άρχισε να εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιαπωνία. Το 1907 υπολογίζεται ότι είχε ήδη 10.000 αθλητές - μέλη.
Το 1903 ο Γιαμασίτα κατ’ εντολή του Κάνο πήγε στις ΗΠΑ όπου διέδωσε το Τζούντο εκπαιδεύοντας ακόμη και τον Αμερικανό πρόεδρο Θεόδωρο Ρούσβελτ.
Παρά τις φυσιολογικές αλλαγές, οι βασικοί κανόνες του Τζούντο παραμένουν ίδιοι όπως και η βασική φιλοσοφία του πατέρα του Τζούντο ο οποίος ήθελε μια νέα πολεμική τέχνη, ένα άθλημα, με τους λιγότερους δυνατούς τραυματισμούς.
Για τριάντα χρόνια ο Τζιγκόρο Κάνο αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση και εξάπλωση του αθλήματος. Βασικός συνεργάτης του ΒαρόνουΠιερ Ντε Κουπερτέν, είχε ενεργό ρόλο στο Ολυμπιακό Κίνημα, όντας και μέλος της ΔΟΕ.
Ο Τζιγκόρο Κάνο δεν πρόλαβε να δει εν ζωή (πέθανε το 1938), την είσοδο του Τζούντο στους Ολυμπιακούς Αγώνες (το 1964 στο Τόκιο) ούτε την ίδρυση της Διεθνούς Ομοσπονδίας (το 1951), την οποία είχε προτείνει ο ίδιος από τη δεκαετία του ‘30. Για την ακρίβεια ήταν 12 Μαΐου του 1951 όταν σε ένα δωμάτιο του κινέζικου εστιατορίου Choy’ s στο Λονδίνο, εννέα χώρες υπέγραψαν την ιδρυτική διακήρυξη της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Αυτή τη στιγμή η Διεθνής Ομοσπονδία Τζούντο (IJF) έχει στα μητρώα της περισσότερες από 180 χώρες-μέλη. Νωρίτερα, το 1948, είχε ιδρυθεί η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τζούντο ενώ το 1951 διεξήχθη και το πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Η εισαγωγή των κατηγοριών επηρέασε άμεσα την ανάπτυξη του Τζούντο, ενώ οκτώ χρόνια πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, το 1964, στην ίδια πόλη, διεξήχθη το πρώτο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα με συμμετοχή 31 αθλητών από 21 χώρες.
Το 1980 διεξήχθη, για πρώτη φορά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και για τις γυναίκες. Δώδεκα χρόνια, αργότερα, το 1992 στη Βαρκελώνη το Τζούντο γυναικών συμπεριλαμβάνεται και στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Αν και οι μεγάλες δυνάμεις του αθλήματος θεωρούνται η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Κούβα και η Ρωσία, η διασπορά των μεταλλίων στους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι αρκετά μεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ τα 56 μετάλλια του αθλήματος μοιράστηκαν 25 χώρες, μια περισσότερη σε σχέση με τους αγώνες της Αθήνας το 2004.

Στην Ελλάδα το Τζούντο εμφανίστηκε λίγο μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Το 1977 αναγνωρίστηκε επίσημα, ως άθλημα και εντάχθηκε στον ΣΕΓΑΣ ενώ το 1985 ιδρύθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Τζούντο που σήμερα αριθμεί 150 και πλέον σωματεία με μια δύναμη 6.000 αθλητών και αθλητριών.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Η Καποέιρα (IPA/ka.puˈej.ɾɐ/) είναι Βραζιλιάνικη πολεμική τέχνη. Αναπτύχθηκε αρχικά από Αφρικανούς σκλάβους στη Βραζιλία, ξεκινώντας από την αποικιοκρατική περίοδο. Συμμετέχοντες από ένα roda (κύκλο) εναλλάσονται παίζοντας όργανα, τραγουδώντας και χωρίζονται σε ζευγάρια στο κέντρο του κύκλου. Το παιχνίδι χαρακτηρίζεται από συνεχή ακροβατικά, προσποιήσεις, προφάσεις και εκτεταμένη χρήση του εδάφους, καθώς και σαρωτικών κινήσεων, κλωτσιών και κεφαλιών. Η τεχνική και η στρατηγική είναι τα στοιχεία-κλειδιά για ένα καλό παιχνίδι. Η καποέιρα έχει δύο κύρια είδη, γνωστά ως «τοπικό» και «Ανγκόλα».

Η ιστορία της Capoeira[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Capoeira είναι μια βραζιλιάνικη πολιτιστική έκφραση που εμπεριέχει χορό, πολεμική τέχνη, φιλοσοφία, άθληση και εκπαίδευση. Εξελίχτηκε στη Βραζιλία από μαύρους σκλάβους,
κυρίως από την περιοχή της Angola, οι οποίοι αρχικά μεταφέρθηκαν από την Αφρική για να χρησιμεύσουν ως εργατικά χέρια στην παραγωγή ζαχαροκάλαμου.
Οι σκλάβοι έφεραν ζωντανή την κουλτούρα τους και οι διάφορες εκφράσεις της αποτέλεσαν βασικά στοιχεία κατα τη δημιουργία και την εξέλιξη της Capoeira.
Το 1500μ.χ. ο Πέδρο Άλβαρες Καμπράλ (Pedro Álvares Cabral), φτάνει στη Βραζιλία. Το 1530μ.χ. το πορτογαλικό βασίλειο ξεκινά την αποικιοκρατία της καινούργια κατακτημένης γης.
Όπως συνηθιζόταν, μια από της πρώτες κινήσεις ήταν η αιχμαλωσία του τοπικού πληθυσμού, των βραζιλιάνων ιθαγενών, για την εξασφάλιση εργατικών χεριών. Όμως η προσπάθεια με τους ντόπιους απέτυχε. Οι ιθαγενείς πέθαιναν εύκολα στην αιχμαλωσία από τις ασθένειες που τους μετέδιδαν οι πορτογάλοι, από την κακομεταχείριση ή ακόμα και από το γεγονός ότι δεν ήταν συνηθισμένοι στη σκληρή δουλειά.
Τότε οι πορτογάλοι άρχισαν να εισάγουν σκλάβους εργάτες από την Αφρική. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ελεύθεροι άντρες αιχμαλωτίζονταν και επιβιβάζονταν στα φρικιαστικά και μολυσμένα αμπάρια των νέγρικων πλοίων, σε ένα εφιαλτικό ταξίδι με πορεία την σκλαβιά.
Έτσι άρχισαν να φτάνουν οι μαύροι αφρικανοί, αρχικά σε εκατοντάδες και μετά σε χιλιάδες.
Κατά τη μεταφορά τους στη Βραζιλία λοιπόν, οι σκλάβοι έφεραν μαζί τους τα ήθη, τα έθιμα, τη θρησκεία, τους χορούς, την κουζίνα και την κουλτούρα τους. Μια ζωντανή κουλτούρα, πολύ διαφορετική από την ευρωπαϊκή. Μια κουλτούρα που δεν ήταν φυλαγμένη σε βιβλία ή σε μουσεία. Γεννιόταν στο σώμα, στο πνεύμα και στην καρδιά του κάθε άντρα, μεταβιβαζόταν από πατέρα σε γιο, από μυημένο σε αρχάριο, από γενιά σε γενιά.
Φτάνοντας στην καινούργια γη αντιμετώπισαν μια δύσκολη πραγματικότητα, ζώντας στα ‘Senzalas’ (χώροι που έμεναν οι σκλάβοι που δούλευαν στις καλλιέργειες), και υποφέροντας μεγάλες βαρβαρότητες που τους οδηγούσαν να επαναστατήσουν πολλές φορές ακόμα και με την φυγή ή την αυτοκτονία.
Ενστικτωδώς οι σκλάβοι αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να εξελίξουν μέσω του σώματoς, ένα είδος αυτοάμυνας και πάλης, την οποία θα χρησιμοποιούσαν ως όργανο για την απελευθέρωσή τους.
Με τις ολλανδικές εισβολές (1600) η καταπίεση και η αυστηρή παρακολούθηση των σκλάβων χαλάρωσε. Συνεπώς, με την αμέλεια των αρχών, οι σκλάβοι βρήκαν ευνοϊκές τις συνθήκες για να αυξήσουν τις φυγές τους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τα ‘Quilombos’.
Τα ‘Quilombos’ ήταν οργανωμένες κοινότητες σκλάβων φυγάδων που βρίσκονταν σε στρατηγικά σημεία, κρυμμένα στα τροπικά βραζιλιάνικα δάση. Σ’ αυτό το νέο σπίτι οι μαύροι μπορούσαν να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή, ζώντας ελεύθεροι και μπορώντας να εκφράσουν την πλούσια κουλτούρα των προγόνων τους. Το πιο σημαντικό από τα ‘Quilombos’ ήταν αυτό του ‘Palmares’ (1604 – 1695). Δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα εαν η Capoeira άρχισε να εξελίσσεται στα quilombos ή στα Senzalas.
Με την αύξηση του αριθμού των φυγών και των επαναστάσεων των μαύρων, οι Senhores (αφέντες) υποπτεύθηκαν ότι οι σκλάβοι εξέλισσαν ένα αποτελεσματικό όπλο. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να παρακολουθούν τις δραστηριότητες τους. Οι σκλάβοι, σε αντίθεση, περιέλαβαν τη μουσική και αλληγορικές κινήσεις για να μεταμφιέσουν την εξάσκηση της Capoeira. Μ’ αυτό τον τρόπο ο μαύρος εξασφάλισε την επιβίωση και την εξέλιξη αυτής της τέχνης.
Μετά την απελευθέρωση των σκλάβων (1889), οι μαύροι κατευθύνθηκαν στις πόλεις, όπου λόγω έλλειψης δουλειάς λόγω της διάκρισης και του ανταγωνισμού άλλων φυλών, αναγκάστηκαν να μείνουν άνεργοι, ζώντας στο περιθώριο.
Σ’ αυτή τη φάση, πολλοί μαύροι άρχισαν να χρησιμοποιούν την Capoeira ως επικίνδυνο όπλο, διαπράττοντας εγκλήματα, δημιουργώντας αταξίες και επαναστάσεις, που σε πολλές περιπτώσεις ήταν συμβάντα υποκινημένα από πολιτικούς.
Αυτή η κατάσταση ανάγκασε τις αρχές των πόλεων Rio de Janeiro, Salvador και Recife, να δημιουργήσουν μια νομοθεσία που καταδίκαζε οποιονδήποτε εξασκούσε Capoeira (1900).
Παρά την έντονη καταπίεση που υπέφερε, η Capoeira εξελίχτηκε από πολλούς Μαέστρους (Mestres) που την αγαπούσαν και έδιναν μια συνέχεια με γενναιόψυχο τρόπο. Το Salvador ( η πρωτεύουσα της πολιτείας της Bahia) υπήρξε η μητέρα-γη όπου εξελίχθηκε η Capoeira και από τους σημαντικότερους στην εξέλιξή της Mestres, ξεχωρίζουν ο Mestre Pastinha και ο Mestre Bimba.
Ο Mestre Pastinha ( Vincente Ferreira Pastinha / 1889 – 1981), υπήρξε ο μεγάλος Mestre της Capoeira Angola, τελειοποιώντας την τέχνη των σκλάβων. Οργάνωσε μια σχολή και καθιέρωσε μια μέθοδο διδασκαλίας βασισμένη στις παλιές παραδόσεις, κάτοχος μιας μοναδικής φιλοσοφίας, συνήθιζε να λέει ότι « η Capoeira είναι ό,τι μπορεί να φάει το στόμα ».
Ο Mestre Bimba (Manuel dos Reis Machado / 1900 – 1974 ), υπήρξε ένας ολοκληρωμένος capoerista, που θαυμάστηκε από τους ίδιους του τους αντιπάλους. Εξασκούσε την Capoeira Angola, την οποία στη συνέχεια ανάμειξε/ συγχώνευσε με κινήσεις από άλλες πολεμικές τέχνες, δημιουργώντας την ‘Luta Regional Bahiana’ (τοπική πάλη της Bahia) ή κοινώς γνωστή ως Capoeira Regional, κάτοχο μιας ιδιαίτερης και επαναστατικής μεθόδου που βίραρε την πορεία της εξάσκησης αυτής της πάλης. Ο Bimba υπήρξε ο υπεύθυνος για την ακύρωση των νόμων που απαγόρευαν την εξάσκηση της Capoeira στη Βραζιλία, όπως και για την εισαγωγή αυτής της τέχνης στις υψηλές κοινωνικές τάξεις (1937).
Από τη δημιουργία της Capoeira Regional, αυτό το στυλ προώθησε την Capoeira λόγω της μεγάλης κοινωνικής της προβολής. Στην δεκαετία του ’50 συνέβη μια εξάπλωση της Capoeira Regional από την Bahia μέχρι την υπόλοιπη Βραζιλία, κυρίως λόγω της μετανάστευσης από τις βόρειες επαρχίες όπως η Bahia, το Pernambuco, το Maranhao, η Alagoas και η Ceara. Η Capoeira Angola διατηρήθηκε αφανής στην επαρχία της Bahia, όπου την πρόσεχαν και την συνέχιζαν οι Mestres της Angola (angoleiros).
Μέσα στη δεκαετία του ’70 με ’80, μεγάλοι Mestres δημιούργησαν ομάδες (grupos) της Capoeira σε όλη τη Βραζιλία με μεγάλη επιρροή, φέρνοντας κυρίως τις τάσεις της Capoeira Regional. Μέσα σ’ αυτά έχουμε τα γκρουπ ‘Cordao de Ouro’ του Mestre Suassuna, ‘Senzala’ του Mestre Itamar , ‘Abada’ του Mestre Camisa και το γκρουπ ‘Senzala de Santos’ του Mestre Sombra.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 συνέβη μια αναγέννηση της Capoeira Angola, λόγω της κοινωνικής δουλειάς του Mestre Moraes, ιδρυτή του γκρουπ G.C.A.P. (Grupo de Capoeira Angola Pelourinho), από τη Bahia και μαθητή του Mestre Joao Grande. Από εκείνη τη στιγμή, η Βραζιλία γνώρισε πολλούς μεγάλους Mestres της Angola, όπως ο Joao Pequeno, o Curio και o Bobo μεταξύ άλλων.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κάποιοι Mestres αποφάσισαν να φέρουν την Capoeira σε άλλες χώρες, προκαλώντας εκεί μεγάλες προσδοκίες. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες κινητοποίησαν τα βραζιλιάνικα γκρουπ για την διεθνοποίηση της Capoeira, μεταφέροντάς την στην υπόλοιπη Νότιο Αμερική, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.
Σήμερα, η Capoeira στην Βραζιλία έχει εξαπλωθεί πάρα πολύ, κατά μήκος όλης της έκτασης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν χιλιάδες ακαδημίες που ετησίως ετοιμάζουν αναρίθμητες εκδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο. Σε διεθνές επίπεδο, η Capoeira είναι πλέον παρούσα σε 65 χώρες του κόσμου και επιβεβαιώνει την επιτυχία της ως εργαλείο δουλειάς στην επίλυση προβλημάτων σε διάφορα ανθρώπινα επίπεδα.

Το παιχνίδι της Capoeira[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H Capoeira ‘παίζεται’ μέσα σε έναν ανθρώπινο κύκλο, την Roda. Οι κινήσεις που γίνονται μέσα στην Roda είναι ένας μικρόκοσμος και συμβολίζουν τις μάχες για ελευθερία, αξιοπρέπεια και ειρήνη που δίνονται στον μεγάλο κύκλο της ζωής.
Το παιχνίδι παίζεται από δύο άτομα που ξεκινούν γονατίζοντας στο έδαφος μπροστά από τα ‘Berimbaus’. Το σημείο αυτό ονομάζεται ‘Pé da Cruz’ ή ‘Pé do Berimbau’ που σημαίνει το πόδι του σταυρού ή το πόδι του Berimbau αντίστοιχα.
Το πρώτο τραγούδι λέγεται ‘Ladainha’ που σημαίνει λιτανεία. Μετά την Ladainha ,ακολουθεί ένα Corrido ή ένα quadra που είναι ένας τύπος τραγουδιού και ξεκινάει το παιχνίδι (jogo). Οι δύο παίκτες δίνουν τα χέρια σε ένδειξη φιλίας και σεβασμού και μπαίνουν στην Roda χρησιμοποιώντας διάφορες ακροβατικές και μη κινήσεις.
Διάφορες κινήσεις αποφυγής και επίθεσης, κλωτσιές, περάσματα και ακροβατικά εκτελούνται στον ρυθμό που δίνει το Berimbau. Οι δύο παίκτες προσπαθούν εκτός απ’το να επιτύχουν ένα αρμονικό παιχνίδι με όμορφες ανταλλαγές κινήσεων, έξυπνα μαρκαρίσματα και κυρίως επικοινωνία μεταξύ τους οι κινήσεις τους να μην οδηγήσουν σε κάποιον τραυματισμό.
Σε ένα πρόσφατο σεμινάριο ο Mestre João Cascau της ακαδημίας Senzala de Santos, επισήμανε ότι: "Από την προέλευσή της, η capoeira δεν είναι ένας φορέας βίας μεταξύ των ατόμων που την εξασκούν. Δεν θα είχε υπάρξει κανένα όφελος στους σκλάβους να σκοτώνουν και να τραυματίζουν ο ένας τον άλλον όταν είχαν να αντιμετωπίσουν έναν βίαιο και άσπλαχνο καταπιεστή και τους οπλισμένους επιστάτες που έπαιρναν διαταγές από τους ιδιοκτήτες των φυτειών της Βραζιλίας. Τα λακτίσματα, τα σκουπίσματα ποδιών και οι κεφαλιές της capoeira μπορούν αναμφισβήτητα να χρησιμοποιηθούν και έχουν χρησιμοποιηθεί σε θανάσιμο αγώνα, αλλά μόνο όταν ο αντίπαλος ήταν θανάσιμος εχθρός. Όμως μεταξύ των συντρόφων, στο παιχνίδι της capoeira "Jogo de Capoeira", ακόμα κι αν ήταν ένα παιχνίδι σφιχτό, στενό και σκληρό, ήταν ένα παιχνίδι που έπαιζαν και που απολάμβαναν για την ομορφιά του και όχι για το αίμα.
Σήμερα, δεν χρησιμοποιούμε τα λακτίσματα, τα σκουπίσματα ποδιών και τις κεφαλιές ως πράξεις βίας, αλλά ως μέρη του παιχνιδιού. Είμαστε οικογένεια, είμαστε φίλοι, παίζουμε capoeira δεν παλεύουμε."
The Art of War is an ancient Chinese military treatise attributed to Sun Tzu, a high-ranking military general, strategist and tactician. The text is composed of 13 chapters, each of which is devoted to one aspect of warfare. It is commonly known to be the definitive work on military strategy and tactics of its time. It has been the most famous and influential of China'sSeven Military Classics, and "for the last two thousand years it remained the most important military treatise in Asia, where even the common people knew it by name."[1] It has had an influence on Eastern and Western military thinking, business tactics, legal strategy and beyond.

The book was first translated into the French language in 1772 by French Jesuit Jean Joseph Marie Amiot and a partial translation into English was attempted by British officer Everard Ferguson Calthrop in 1905. The first annotated English language translation was completed and published by Lionel Giles in 1910.[2] Leaders as diverse as Mao Zedong, GeneralVo Nguyen Giap, General Douglas MacArthur and leaders of Imperial Japan have drawn inspiration from the work.

Themes[edit]

Sun Tzu considered war as a necessary evil that must be avoided whenever possible. The war should be fought swiftly to avoid economic losses: "No long war ever profited any country: 100 victories in 100 battles is simply ridiculous. Anyone who excels in defeating his enemies triumphs before his enemy's threats become real". According to the book, one must avoid massacres and atrocities because this can provoke resistance and possibly allow an enemy to turn the war in his favor.[3] For the victor, "the best policy is to capture the state intact; it should be destroyed only if no other options are available".[3]
Sun Tzu emphasized the importance of positioning in military strategy. The decision to position an army must be based on both objective conditions in the physical environment and the subjective beliefs of other, competitive actors in that environment. He thought that strategy was not planning in the sense of working through an established list, but rather that it requires quick and appropriate responses to changing conditions. Planning works in a controlled environment; but in a changing environment, competing plans collide, creating unexpected situations.

The 13 chapters[edit]

The Art of War is divided into 13 chapters (or piān); the collection is referred to as being one zhuàn ("whole" or alternatively "chronicle").
The Art of War chapter names in translations by Giles, Wing, Sawyer, and Chow-Hou
ChapterLionel Giles (1910)R.L. Wing (1988)Ralph D. Sawyer (1996)Chow-Hou Wee (2003)
ILaying PlansThe CalculationsInitial EstimationsDetail Assessment and Planning
(Chinese: 始計,始计)
IIWaging WarThe ChallengeWaging WarWaging War
(Chinese: 作戰,作战)
IIIAttack by StratagemThe Plan of AttackPlanning OffensivesStrategic Attack
(Chinese: 謀攻,谋攻)
IVTactical DispositionsPositioningMilitary DispositionDisposition of the Army
(Chinese: 軍形,军形)
VEnergyDirectingStrategic Military PowerForces
(Chinese: 兵勢,兵势)
VIWeak Points and StrongIllusion and RealityVacuity and SubstanceWeaknesses and Strengths
(Chinese: 虛實,虚实)
VIIManeuveringEngaging The ForceMilitary CombatMilitary Maneuvers
(Chinese: 軍爭,军争)
VIIIVariation of TacticsThe Nine VariationsNine ChangesVariations and Adaptability
(Chinese: 九變,九变)
IXThe Army on the MarchMoving The ForceManeuvering the ArmyMovement and Development of Troops
(Chinese: 行軍,行军)
XTerrainSituational PositioningConfigurations of TerrainTerrain
(Chinese: 地形)
XIThe Nine SituationsThe Nine SituationsNine TerrainsThe Nine Battlegrounds
(Chinese: 九地)
XIIThe Attack by FireThe Fiery AttackIncendiary AttacksAttacking with Fire
(Chinese: 火攻)
XIIIThe Use of SpiesThe Use of IntelligenceEmploying SpiesIntelligence and Espionage
(Chinese: 用間,用间)

Chapter summary[edit]

The beginning of The Art of War in a classical bamboo book from the reign of theQianlong Emperor
  1. Laying Plans/The Calculations explores the five fundamental factors (the Way, seasons, terrain, leadership and management) and seven elements that determine the outcomes of military engagements. By thinking, assessing and comparing these points, a commander can calculate his chances of victory. Habitual deviation from these calculations will ensure failure via improper action. The text stresses that war is a very grave matter for the state and must not be commenced without due consideration.
  2. Waging War/The Challenge explains how to understand the economy of warfare and how success requires winning decisive engagements quickly. This section advises that successful military campaigns require limiting the cost of competition and conflict.
  3. Attack by Stratagem/The Plan of Attack defines the source of strength as unity, not size, and discusses the five factors that are needed to succeed in any war. In order of importance, these critical factors are: Attack, Strategy, Alliances, Army and Cities.
  4. Tactical Dispositions/Positioning explains the importance of defending existing positions until a commander is capable of advancing from those positions in safety. It teaches commanders the importance of recognizing strategic opportunities, and teaches not to create opportunities for the enemy.
  5. Energy/Directing explains the use of creativity and timing in building an army's momentum.
  6. Weak Points & Strong/Illusion and Reality explains how an army's opportunities come from the openings in the environment caused by the relative weakness of the enemy in a given area.
  7. Maneuvering/Engaging The Force explains the dangers of direct conflict and how to win those confrontations when they are forced upon the commander.
  8. Variation in Tactics/The Nine Variations focuses on the need for flexibility in an army's responses. It explains how to respond to shifting circumstances successfully.
  9. The Army on the March/Moving The Force describes the different situations in which an army finds itself as it moves through new enemy territories, and how to respond to these situations. Much of this section focuses on evaluating the intentions of others.
  10. Terrain/Situational Positioning looks at the three general areas of resistance (distance, dangers and barriers) and the six types of ground positions that arise from them. Each of these six field positions offer certain advantages and disadvantages.
  11. The Nine Situations/Nine Terrains describes the nine common situations (or stages) in a campaign, from scattering to deadly, and the specific focus that a commander will need in order to successfully navigate them.
  12. The Attack by Fire/Fiery Attack explains the general use of weapons and the specific use of the environment as a weapon. This section examines the five targets for attack, the five types of environmental attack and the appropriate responses to such attacks.
  13. The Use of Spies/The Use of Intelligence focuses on the importance of developing good information sources, and specifies the five types of intelligence sources and how to best manage each of them.[citation needed]
Το Παγκράτιον ήταν ένα αγώνισμα των αρχαίων Ελλήνων, ένας συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας χωρίς ιμάντες, που οΑριστοτέλης (Ρητορική Α 5-14, 1361β) το ορίζει ως εξής: «ὁ δὲ θλίβειν καὶ κατέχειν παλαιστικός, ὁ δὲ ὦσαι τῇ πληγῇ πυκτικός, ὁ δ' ἀμφοτέροις τούτοις παγκρατιαστικός». Η ονομασία προέρχεται από τις λέξεις παν + κρατείν, δηλαδή νικητής γινόταν αυτός που "κατέχει την κυρίαρχη δύναμη" ή αυτός που "κυριαρχεί απόλυτα", ενώ οι αθλητές ονομάζονταν παγκρατιαστές.
Το άθλημα αυτό, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και πολεμική τέχνη, εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 648 π.Χ. στην 33η Ολυμπιάδα. Ήταν θεαματικό και δημοφιλές ("Εν Ολυμπία το κάλλιον" , Φιλόστρατος), αλλά και επικίνδυνο, αφού είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές ως και το θάνατο του ενός των αντιπάλων (Παυσανίας Η,10.1). Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το 200 π.Χ. εισήγαγαν κι έναν λιγότερο βίαιο διαγωνισμό "Παγκρατίου παίδων" για τα νέα αγόρια.Το Παγκράτιο συνδύαζε το χτύπημα και την αρπαγή (λαβή) και ήταν αγώνας, που κερδιζόταν με την υποβολή του αντιπάλου. Ένας αγωνιζόμενος θα μπορούσε να επισημάνει την υποβολή του με ανάταση του χεριού ή ενός δακτύλου του, αλλά μερικές φορές η μόνη μορφή υποβολής ήταν ο θάνατος ενός από τους αγωνιζόμενους.
Οι "κοινές κλειδαριές" και η "έμφραξη κρατούν" ήταν κοινές τεχνικές. Σήμερα αυτές οι τεχνικές θα μεταφράζονταν ως λαβές εξάρθρωσης σημείων όπως αυχένας, ώμος, αγκώνας, καρπός, μηρός, αστράγαλος και άλλα. Τα λακτίσματα και η χρησιμοποίηση των "πυγμών" ήταν η μέθοδος επίθεσης, που στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στη δύναμη. Για αυτό το λόγο, το Παγκράτιον ήταν υπόθεση των βαρύτερων και πιο δυνατών αθλητών.
Στην πραγματικότητα υπήρχαν μόνο τρεις κανόνες: οι αγωνιζόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου, να δαγκώσουν ο ένας τον άλλον ή να τον χτυπήσουν στην περιοχή των όρχεων.
Υπήρχαν δύο είδη παγκρατίου:
Το ένα διεξαγόταν σε όρθια στάση και ήταν λιγότερο επικίνδυνο, ονομαζόταν δε "Άνω ή ορθοστάνδην παγκράτιο".
Στο άλλο συνεχιζόταν ο αγώνας και μετά την πτώση ενός από τους αντιπάλους, ο οποίος κατόπιν τούτου ήταν ευάλωτος σε κτυπήματα του αντιπάλου. Το είδος αυτό ονομαζόταν "Κάτω παγκράτιο"

Ιστορικά στοιχεία

Η μυθολογία θέλει το άθλημα να προέρχεται από το Θησέα, που επιστράτευσε συνδυασμό πάλης και πυγμής για να καταβάλει τον Μινώταυρο. Σύμφωνα με άλλη ανάλογη εκδοχή, ο Ηρακλής κατέβαλε με τον τρόπο αυτό το λιοντάρι της Νεμέας.
Με τις εκστρατείες του Μεγ. Αλεξάνδρου το Παγκράτιο διαδόθηκε στην Ινδία. Πιστεύεται πως από εκεί έφτασε στις χώρες της Άπω Ανατολής και αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των ανατολικών πολεμικών τεχνών.
Διάσημοι αρχαίοι παγκρατιαστές ήταν ο Θεαγένης ο Θάσιος, ο Λύγδαμης ο Συρακούσιος, ο Δωριεύς ο Ρόδιος, ο Σώστρατος ο Σικυώνιος και ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα.

Σύγχρονη εποχή

Στη σύγχρονη εποχή το Παγκράτιο αναβίωσε μετά τον τελευταίο πόλεμο και ιδίως γύρω στο 1970, οπότε πρωτοστατούντος κυρίως του διάσημου δάσκαλου πολεμικών τεχνών,Σίμου Ζαχόπουλου από την Καβάλα (κατόχου διάκρισης 10ου βαθμού -"10th Degree"- αναλόγου με 10 dan [1]), γίνονται οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση ομοσπονδίας Παγκρατίου, ενώ αργότερα αρχίζουν προσπάθειες ένταξής του στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων. Τελικά η Ελληνική Ομοσπονδία Παγκρατίου Αθλήματος (ΕΟΠΑ) ιδρύεται το 1996 από δύο παλαιούς μαθητές του Ζαχόπουλου, τον Π.Κουτρούμπα και τον Λ.Σαββίδη.
Για την συμπερίληψη στο Ολυμπιακό πρόγραμμα τέθηκε ως προϋπόθεση η διάδοση σε πλάτος του αθλήματος, ένας δρόμος που είναι ακόμα μακρύς, αφού η Παγκόσμια Ομοσπονδία αριθμεί μόλις 28 κράτη-μέλη. Στην Ελλάδα υπάρχουν το 2009 περίπου 2000 ενεργοί αθλητές οργανωμένοι σε 127 σωματεία.


Η πυγμαχία, κοινώς μποξ ή μπόξινγκ (αγγλboxing), είναι ένα από τα πιο δημοφιλή αγωνίσματα και μαχητικές πολεμικές τέχνες, που στηρίζεται στην ικανότητα των αντιπάλων (που είναι δύο πάντα) να αντικρούσουν μόνο με τις γροθιές τους ο ένας τον άλλο και να καταφέρουν, με εύστοχα και γερά κτυπήματα, να βγάλουν εκτός μάχης ο καθένας τον αντίπαλό του. Σε όλα τα είδη αγώνων απαγορεύεται τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη (δηλαδή χαμηλότερα από τος γοφούς), στην πλάτη, στο πίσω μέρος του κεφαλιού ή στον αυχένα. Κατατάσσεται στις πολεμικές τέχνες. Υπό την ευθύνη της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας (ΕΟΠ) διεξάγονται όλα τα εθνικά πρωταθλήματα καθώς και η συγκρότηση της Εθνικής Ελλάδος.
Ο πρώτος γνωστός πρωταθλητής σε παγκόσμια κλίμακα ήταν ο Άγγλος Τζων Μπράουτον κι αυτός είναι που εφάρμοσε τους κανονισμούς του αθλήματος. Μετά, το αγώνισμα μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου και διαδόθηκε πολύ. Με αυτό πιο πολύ ασχολήθηκαν οι μαύροι της χώρας αυτής, που ανάδειξαν κατά καιρούς πολλά αστέρια της πυγμαχίας όπως τον Μοχάμεντ Άλι και τον Μάικ Τάισον. Την Ελλάδα στην επαγγελματική πυγμαχία στις ΗΠΑ εκπροσωπεί ο Μιχάλης Αρναούτης στην κατηγορία ελαφρών βαρών (κάτοχος του τίτλου WBO-NABO). Το Αμερικάνικο κανάλι μετάδοσης αθλημάτων, ESPN, έχει κατατάξει την πυγμαχία ως το πιο δύσκολο άθλημα στον κόσμο.
Η πυγμαχία ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα αθλήματα των αρχαίων Ελλήνων, που πρώτοι απ' ότι φαίνεται την καθιέρωσαν και που διεξαγόταν σε κάθε Ολυμπιακό αγώνα.

Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα πυγμαχίας απόΑκρωτήρι Θήρας
Οι πρώτες απεικονίσεις πυγμαχίας βρέθηκαν στα ερείπια ενός αρχαίου ναού στην Σουμερία και χρονολογούνται περίπου στο 5000 π.Χ.. Επίσης διάφορες απεικονίσεις του 3000 π.Χ. στην Αίγυπτο δείχνουν σκηνές πυγμαχίας. Το 900 π.Χ. οι λαοί της θάλασσας εξέλιξαν την πυγμαχία σε μεγάλο βαθμό.[1] Η πυγμαχία έγινε για πρώτη φορά ολυμπιακό αγώνισμα το 688 π.Χ. στους 23ους Ολυμπιακούς αγώνες. Πρώτος ολυμπιονίκης πυγμάχος ήταν ο Ονόμαστος από την Σμύρνη.[1] Την εποχή της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας η πυγμαχία έγινε αιματηρό αγώνισμα αφού εφαρμόζονταν γάντια εξοπλισμένα με μολυβδένιες αιχμές. Η αιματηρή αυτή μορφή της πυγμαχίας απαγορεύτηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο.[1] Μετά την πτώση της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας το άθλημα της πυγμαχίας έχασε την αίγλη του και από κει και ύστερα δεν υπάρχουν πολλά τεκμήρια για αγώνες. Στην Γερμανία του Μεσαίωνα έχουμε αναπαραστάσεις της τεχνικής της πυγμαχίας σε ένα εγχειρίδιο του Άλμπρεχτ Ντύρερ περί ξιφομαχίας το οποίο παρήγκειλε ο Αυτοκράτορας Μαξιμίλιαν. Η σύγχρονη μορφή της πυγμαχίας πήρε την μορφή της στην Αγγλία του 1700. Το 1719 ο Τζέημς Φιγγ που ήταν δάσκαλος της ξιφασκίας ανέλαβε τον τίτλο του «Champion of England» της πυγμαχίας και ίδρυσε το πρώτο αθλητικό γυμναστήριο για αυτό το άθλημα.[1] Η πυγμαχία γυναικών χρονολογείται από το 1994.

Αγώνισμα

Κάθε αγώνας έχει δύο γύρους με διάλειμμα ενός λεπτού μεταξύ τους. Τα επαγγελματικά παιχνίδια περιλαμβάνουν 4 έως 12 γύρους των τριών λεπτών. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες οι συναντήσεις έχουν 4 γύρους των 2 λεπτών. Η νίκη καθορίζεται με διάφορους τρόπους: με απόφαση των διαιτητών σύμφωνα με τα χτυπήματα που έχει δεχτεί ένας πυγμάχος στον αγώνα, με νοκ-άουτ (όταν ο αθλητής πέσει κάτω και δεν καταφέρει να σηκωθεί μέσα σε 10 δευτερόλεπτα), με διακοπή του αγώνα αν εγκατάλειψη η με ντισκαλιφιέ του ενός αντιπάλου. Ντισκαλιφιέ (αγγλ.disqualification) ή DQ, παραχωρείται για αντιαθλητική συμπεριφορά ή για πολλά τεχνικά φάουλ (δηλαδή χτυπήματα αντίθετα με τους κανονισμούς).

Ερασιτεχνική και επαγγελματική πυγμαχία

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στους κανονισμούς μεταξύ ερασιτεχνικής ή Ολυμπιακής και επαγγελματικής πυγμαχίας. Οι επαγγελματίες δεν φορούν φανέλες η προστατευτικό κράνος και οι αγώνες τους δεν έχον περισσότερους γύρους. Κοινοί κανονισμοί είναι: οι αθλητές πρέπει να φορούν ειδικά γάντια και να ζυγίζονται, να κατατάσσονται σε κατηγορίες αναλόγως του βάρους τους, να αγωνίζονται σε ρίνγκ ίδιων διαστάσεων, οι αγώνες να γίνονται σε τρίλεπτους γύρους με ένα λεπτό διάλειμμα και να μετράται μέχρι το 10 αν ένας αθλητής πέσει κάτω. Στην τελευταία περίπτωση, αν δεν σηκωθεί σε αυτό το διάστημα, ο αντίπαλός του ανακηρύσσεται νικητής.

Εξοπλισμός

Γάντια

Στην πυγμαχία χρησιμοποιούνται από αθλητές ειδικά γάντια. Είναι συνήθως ελαφριά για να βολεύουν σε χτυπήματα τον αθλητή. Είναι μαλακά για να μην του τραυματίζουν το χέρι στο χτύπημα και έχουν διάφορα μεγέθη αναλόγως σε ποια κατηγορία ανήκει ο αθλητής. Τα γάντια χωρίζονται σε ερασιτεχνικής και επαγγελματικής πυγμαχίας. Στην ερασιτεχνική τα γάντια είναι δερμάτινα και γεμάτα με αφρώδες υλικό για να μειώνεται η δύναμη των χτυπημάτων. Ζυγίζουν 340 γραμμάρια για όλες τις κατηγορίες και τα χτυπήματα πρέπει να γίνονται με τη λευκή επιφάνεια τους. Στην επαγγελματική πυγμαχία τα γάντια είναι δερμάτινα, φοδραρισμένα με αφρώδες υλικό και δένονται στους καρπούς με κορδόνια απόΒέλκρο. Ζυγίζουν 225 - 340 γραμμάρια, ανάλογα με την κατηγορία του πυγμάχου.

Σάκος του μποξ

Ο σάκος του μποξ είναι ένα αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιείται για την προπόνηση σε χτυπήματα. Είναι ένας μεγάλος δερμάτινος σάκος (που συνήθως κρέμεται) κυλινδρικού σχήματος οποίος έχει ύψος περίπου 1 μέτρο. Πάνω του μπορεί κανείς να προπονήσει όλων των ειδών τα χτυπήματα. Στο εσωτερικό του έχει συμπαγές υλικό αλλά όχι τόσο όσο να μπορεί να τραυματίσει. Το βάρος του κυμαίνεται γύρω στα 50 με 60 κιλά.

Σπιντ μπαγκ

Το σπιντ μπαγκ (speed bag, γνωστό και σαν αχλάδι λόγω της οπτικής ομοιότητας με το φρούτο) είναι ένα μικρός δερμάτινος σάκος σε σχήμα αχλαδιού που χρησιμοποιούν οι πυγμάχοι. Προορίζεται για έμπειρους αθλητές αφού χρειάζεται καλή τεχνική και καλό συγχρονισμό στα χέρια. Ο σάκος με κάθε χτύπημα που δέχεται χτυπάει αλλού και επιστρέφει πίσω. Αυτό επαναλαμβάνεται και γίνεται σε διάφορες ταχύτητες και με διαφορετική δύναμη, αναλόγως το πόσο εξοικειωμένος είναι αυτός που δίνει τα χτυπήματα.

Επιστόμιο

Χρησιμοποιείται για την προστασία των δοντιών του αθλητή. Είναι υποχρεωτικό σε όλα τα είδη αγώνων (ελεύθερη προπόνηση,επίδειξη κλπ.)

Χτυπήματα

Τα βασικά χτυπήματα στην πυγμαχία είναι 4: Hook (Χούκ)Uppercut (Άπερκατ)Cross (Κρός) και Jab ή Direct (Τζάμπ) - (Ντιρέκτ).

Hook 

Το χτύπημα αυτό εκτελείτε είτε με το αριστερό χέρι είτε με το δεξί γυρίζοντας και το σώμα μαζί με το χέρι καθώς και το πόδι. Σκοπός του χτυπήματος είναι να δοθεί ένα ισχυρό γυριστό χτύπημα είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά ανάλογα με το χέρι από το οποίο εκτελείτε η κίνηση. Θα λέγαμε πως μοιάζει με πλαϊνό uppercut. Το χτύπημα Hook μπορεί να εκτελεστεί από απόσταση ή από κοντά. Θωρείτε δυνατό χτύπημα και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να θέσει τον αντίπαλο σε knock down ή knock out. Όταν το εκτελούμε το χτύπημα θα πρέπει το άλλο μας χέρι να βρίσκεται σε άμυνα και να προστατεύει το κεφάλι μας και όταν ολοκληρώσουμε την κίνηση ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα να το επιστέφουμε πίσω. Τα χτύπημα αυτό μπορείτε να το χρησιμοποιείτε και για προσποίηση αλλά θέλει προσοχή γιατί όποτε το εκτελούμε μένουμε εκτεθειμένοι σε κόντρα από την πλευρά που το εκτελούμε.

Uppercut

Το χτύπημα αυτό εκτελείται είτε με το αριστερό χέρι είτε με το δεξί. Σκοπός του χτυπήματος είναι να δοθεί ένα ισχυρό χτύπημα από κάτω προς τα πάνω, προς κάποιο σημείο του σώματος του αντιπάλου. Θεωρούμε uppercut το χτύπημα είτε εκτελείτε προς το κεφάλι - πηγούνι είτε προς κάποιο άλλο σημείο του σώματος του αντιπάλου πλευρά, στομάχι, στέρνο κλπ. Το χτύπημα αυτό θεωρείτε δυνατό αλλά και τεχνικό. Με άλλα λόγια αν δεν εκτελεστεί σωστά, όση δύναμη και να δώσουμε μπορεί να τραυματιστούμε ή να μην το δώσουμε σωστά με αποτέλεσμα να εκτεθούμε στο αντίπαλο. Το upercut εκτελείτε είτε με το αριστερό χέρι είτε με το δεξί και θεωρείτε κοντινό ισχυρό χτύπημα. Δηλαδή δεν μπορούμε να το εκτελέσουμε όταν είμαστε σε απόσταση μεγαλύτερη από την προέκταση του αριστερού μας χεριού. Το χτύπημα Uppercut θεωρείτε ισχυρό και αν πιάσει συνήθως θέτει τον αντίπαλο το λιγότερο knock down αν όχι knock out.

Jab

Λέγεται και Direct. Είναι το χτύπημα που μεταφέρεται από τον έναν αθλητή στον άλλον άμεσα με ευθεία κίνηση. Το Direct θεωρείται από τα σπουδαιότερα χτυπήματα και από τα ποιο επικίνδυνα για κάθε αθλητή που το δέχεται.

Cross

To Cross χτύπημα είναι το δεξί ευθύ χτύπημα. Το χτύπημα ξεκινάει από το πηγούνι μας που καλύπτει, στρίβει το πόδι προσθέτοντας βάρος στο χτύπημα και καταλήγει στον αντίπαλό μας. Θωρείται ισχυρό χτύπημα καθότι γίνεται με το δυνατό μας χέρι. Πρέπει να προσέχουμε όταν δίνουμε Cross χτύπημα καθότι αποκαλύπτουμε τις διαθέσεις μας και μένουμε ακάλυπτοι. Για τον λόγο αυτό πρέπει να είμαστε γρήγοροι στην εκτέλεση, και γρήγοροι στην επαναφορά.